Μικρό παιδι

όσο αγνό είναι το καλό τόσο αγνό είναι το κακό....

το καλό δεν ξέρει ότι πράτει καλό, το κακό δεν γνωρίζει ότι πράτει κακό..

ο θάνατος θα υπάρχει όσο υπάρχει και η ζωή....

και το σκοτάδι όσο υπάρχει φώς....

το ναι όσο υπάρχει το όχι ...

και ο χειμώνας όσο το καλοκαίρι...

το αρσενικό και το θηλυκό ένα μπορεί να γίνουν..

αυτό όμως δεν θα αναιρέσει την μια φύση προς την άλλη...

ποια η διαφορά αν υπηρετείς τον ιδρυτή ή τον έξωαποδώ...?

αν βρεθείς στα ΄΄καζάνια΄΄ ή στα απέραντα καταπράσινα λιβάδια..?

Μήπως θα αλλάξει ρου ο ποταμός ?

μηπως η βροχή απο κάτω προς τα πάνω?

η ζωή θα συνεχίσει να υπάρχει, εκεί μακριά στα σύνορα του σύμπαντος..

και ο θάνατος στις μαύρες τρύπες...

το 3 ως αριθμός μπορεί να πάψει να αποτελεί μυστήριο...

και το 11 να γίνει θείο...

λές το γκόλεμ που θα σταθεί μπροστά σου να έχει την δύναμη να σε αποτρέψει απο αυτό που αναζητάς?

η ο άγγελος να σε βοηθήσει?

η επιλογή θα σε οδηγήσει στις πύλες, ακόμα και μέσα απο τις φλόγες αν διαβείς...

και ο ποταμός θα συνεχίσει την πορεία του αυτή, όπως τόσους αιώνες κάνει...

η βροχή θα συνεχίσει να πέφτει απο ψηλά, ακόμα και αν ψάρια καταβάσει...

και όμως εσύ ως μικρό παιδί κύκλους , ευθείες, τεθλασμένες, σπείρες και γωνίες στην άμμο ζωγραφίζεις...


My Playlist

cube


Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ....ΠΟΤΑΜΟΣ

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ,

ΘΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ

 ΔΕ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ

                                       Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

              ΠΟΤΑΜΟΣ

 

Καλώς όρισες στον κόσμο του μυστηρίου και της γνώσης. Ανάμεσα σε μένα καί σένα υπάρχει ως διαχωριστικό η όχθη ενός αιώνιου ποταμού. Από τη μια πλευρά εγώ, από την άλλη εσύ. Και η γνώση είναι από τη μια πλευρά της όχθης του  ποταμού της  ζωής, που ζει η  ανθρωπότητα. Από  την άλλη πλευρά του ποταμού οι κοιλάδες απλώνονται στο απέραντο ηλιόλουστο πεδίο της σοφίας. Εκεί λίγοι άνθρωποι έζησαν, πολλοί το ονειρεύτηκαν, άλλοι μόνο άκουσαν για το απέραντο και το απέναντι της ζωής τους. 

      Σε καλωσορίζω στον κόσμο του μυστηρίου και της γνώσης. Οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλο πράγμα τη γνώση. Πράγματι είναι. Και η γνώση σε φτάνει μέχρι τη μια όχθη του ποταμού! Ποτέ, μα ποτέ δε σε περνά απέναντι. Γνώση είναι μάτια  κλειστά.  Γνώση  είναι να γνωρίζεις πολλά για κάποιο θέμα. Γνώση είναι να δεις τον πεταλωτή, που ένωσε την ανάγκη με το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα γέννησε μια καινούρια ανάγκη,  που γέννησε ένα καινούριο αποτέλεσμα και έφτασε να γίνει ένας  σύγχρονος πυρηνικός μηχανικός. Γνώση είναι μάτια κλειστά, που μπορεί να μιλά για  το μηχανικό, να μιλά για το αποτέλεσμα  και την ανάγκη. Για τον ήλιο, ή για όποιο θέμα κι αν μιλάει, για το πώς έγινε η γη και το σύμπαν, για το τι νόημα  έχει η ζωή, για το τι είναι τύχη και τι ατυχία.

      Κι αν η γνώση μιλά για  τον  ήλιο είναι μάτια κλειστά, που περιγράφουν τον ήλιο. Ένας τυφλός που μιλά για τον ήλιο, ένας λαμπερός ήλιος, που λάμπει και εκπέμπει με αχτίνες που φτάνουν... Καλά τα λέει η γνώση. Και ο τυφλός δεν είδε ποτέ τον ήλιο.

      Από την άλλη πλευρά του ποταμού, που μας χωρίζει, στις απέραντες κοιλάδες, η σοφία δε γνωρίζει τίποτα για το θέμα, για κανένα θέμα. Όταν ζητηθεί στη σοφία το όποιο θέμα, στρέφει τα μάτια και το βλέπει όλο  μαζί: τον πεταλωτή από εκεί που ξεκίνησε έώς εκεί που βρίσκεται τώρα -ως σύγχρονος πυρηνικός  μηχανικός,  τα  κίνητρα-ανάγκες που τον ώθησαν  να λιώσει  το  μέταλλο, ως τους στόχους εξερεύνησης του σύμπαντος. Η σοφία βλέπει όλη την πορεία μαζί. Δε χρειάζεται να μιλάει. Βλέπει. Η σοφία δεν έχει ανάγκη να μιλάει, απλώς γιατί... μα ούτε και γιατί έχει! Όταν βλέπεις με τα μάτια της σοφίας, τότε δεν υπάρχει ούτε πώς ούτε γιατί.

        Κι ο ποταμός κυλά, κυλά, χωρίζοντας τους  ανθρώπους. Και οι ίδιοι οι άνθρωποι συνεχίζουν τη ζωή  τους γνωρίζοντας ότι κάτι λείπει και που όσα και αν έχουν και όσα και αν ξέρουν κάτι τους λείπει. Βαθιά μέσα  τους φωνάζει μια φωνή, που την σιωπούν. Από την άλλη, όσοι άνθρωποι πέρασαν από τον ποταμό και έζησαν στον απέραντο δρόμο της σοφίας, αυτά που είπαν ήταν είναι ελάχιστα εμπρός σε αυτά που  βίωσαν. Ακόμα και αυτά τα λίγα που είπαν δεν  μπορέσαμε ποτέ να  τα καταλάβουμε. Μα ακόμα χειρότερα για μας όλους, δεν μπορέσαμε ποτέ -μα ποτέ- να τα ζήσουμε και κανένας άνθρωπος δεν είπε ποτέ πώς μπορεί κάποιος, που θα ενδιαφερόταν, να περάσει, απέναντι στις ηλιόλουστες κοιλάδες, εκεί όπου γεννιέται η ομορφιά, εκεί απ'  όπου κυλά η ευτυχία, εκεί που τα χιλιάδες πολύχρωμα  λουλούδια σχηματίζουν... Και το όνομα των λουλουδιών είναι ευφορία ζωής.

        Ναι! Θέλω να περάσω απέναντι και να  μην έχω το γιατί να με βασανίζει και να μην έχω το  πώς. Όλοι τους, όσοι πέρασαν και έζησαν απέναντι, φώναξαν σε όλους εμάς τους  συνανθρώπους τους  ότι όλοι μπορούν. Δεν είπαν το πώς. Δεν  είπαν τον τρόπο  δηλαδή. Μάλιστα πολλοί, σχεδόν όλοι όσοι έφτασαν να βρίσκονται απέναντι, βρέθηκαν χωρίς να ξέρουν  και οι ίδιοι το πώς τα κατάφεραν. Το να μου φωνάζεις έλα είναι καλό. Δεν αρκεί όμως για να φτάσω. Με εμποδίζει κάτι και αυτό ακριβώς είναι το βασανιστικά μεγάλο εμπόδιο. Δε γνωρίζω τι  είναι αυτό που με εμποδίζει, δε γνωρίζω καν αυτόν τον ποταμό που μας χωρίζει. Που με χωρίζει από την ευτυχία. Βλέπω, ζω στη ζωή και κάτι μου λείπει. Ναι, θέλω τη σοφία! Ναι, θέλω τη χαρά, θέλω την αληθινή ελευθερία, θέλω την αλήθεια. Αυτήν την αλήθεια αιώνες αναζητώ. Και όσα κι αν ζω  μέσα στους αιώνες... Βρήκα πολλά! Και αυτά τα ίδια που βρήκα με μπέρδεψαν πιο  πολύ. Βρήκα κι άλλα! Κάτι λείπει...  Και βαθιά μέσα μου,  στο βάδισμα μου. στην πνοή, στη σκέψη μου, στον έρωτα μου με τη ζωή που κάνω... Αυτή η φωνή μέσα μου, στα σωθικά μου που συνεχώς την σιωπώ, μου φωνάζει για έναν παράδεισο που έχω χάσει. Και ακούω τη φωνή  να έρχεται μέσα από τους αιώνες τού χθες. Φωνάζει  και δακρύζει για έναν  παράδεισο που έχω χάσει και δε θυμάμαι. Μια η φωνή που μου φωνάζει μέσα μου και μια από την άλλη άκρη του ποταμού εσύ, να  με καλείς... Το να μου λες έλα, δε μου αρκεί... Θέλω το χέρι να μου πάρεις, θέλω να με στηρίξεις, θέλω πριν έρθω να γνωρίζω. Θέλω να ταξιδέψω με ασφάλεια, γιατί  όλη μου τη ζωή την περπατώ την ζω, κρύβοντας την ανασφάλεια μου. Και τι νόμισες, ότι δε βλέπω την ανασφάλεια που κρύβω πίσω από όλες τις εκδηλώσεις μου; Θέλω να σε εμπιστευτώ. Θέλω να πιάσω το χέρι σου με εμπιστοσύνη. Μα πώς αυτό να το καταφέρω, πώς να το κάνω, όταν μέσα  σε όλους τους αιώνες, ό,τι κι αν εμπιστεύτηκα, με πρόδωσε; Πρόσφερα την εμπιστοσύνη μου, μέσα από την παγκόσμια υπόσχεση σου, που ποτέ  -μα ποτέ- δεν πραγματοποίησες, όποιος κι αν ήσουν εσύ. Και τώρα που διαβάζω αυτό το  βιβλίο, γιατί να εμπιστευτώ εσένα. Ήρθα μέχρι εδώ και μιλάς για έναν  ποταμό. Δες τώρα αυτό που είπες.  Γίνεσαι ακατανόητος. Μιλάς και γράφεις για έναν ποταμό, που μας χωρίζει. Εγώ δε βλέπω καν τον ποταμό, που μου λες και γράφεις. Σε ρωτώ το πώς -το πώς πέρασες απέναντι.

        Έχω μιαν απορία: Γιατί να αφήσω  όλα  αυτά που ξέρω;  Που τόσο πικρά πάλεψα να μάθω.  Γίνεσαι τόσο διαφορετικός, μιλάς τόσο απλά κι όμως δε σε καταλαβαίνω. Λέίυ πως σε κατάλαβα, για να μη νιώσω άσχημα. Με ενοχλεί να νιώθω άσχημα. Αμφιβάλλω για σένα από την όχθη που είμαι.  Εσύ με κοιτάζεις από την απέναντι του ποταμού και δε σε ενοχλεί που αμφιβάλλω για σένα κι ας το βλέπεις. Ψεύτη σε φωνάζω, χωρίς να στο λέω. Το κάνω σιωπηλά, εσωτερικά, μέσα μου στο λέω.  Δύσπιστα σε κοιτάζω, μα στο βλέμμα μου δε φαίνεται. Το έχω καλύψει με βλέμμα ενδιαφέροντος. Καχύποπτα σε ακούω, παραξενεύομαι που σε  διαβάζω. Μέσα  μου  αναπηδά το ερώτημα τι είναι αυτά, αυτά που ακούω. Και αυτό το βλέπεις από απέναντι μου και δε σε ενοχλεί, παρότι θα έπρεπε να σε ενοχλεί. Μου μιλάς και μοιάζει να σε ακούω από μακριά, και όμως είσαι μπροστά μου. Εκεί μπροστά μου και απέναντι από τον ποταμό, βλέπω ότι είσαι μόνος. Μα ούτε και αυτό σε πειράζει. Παρότι μόνος, εσύ το λες, ποτέ δεν ένιωσες μόνος… 

       Ήρθα εδώ γεμάτος  απορίες. Τι έχεις, άραγε, να πεις; Τι έχεις άραγε να μου δώσεις; Πώς θα μιλήσεις για μένα και τη ζωή μου, όταν δε γνωρίζεις καν ούτε εμένα ούτε τη ζωή μου; Βλέπεις, εσύ  που  μιλάς και γράφεις είσαι ο δάσκαλος, ο δάσκαλος που  ήρθες  μέσα από  το  βιβλίο  σου,  λες,  να μου προσφέρεις. Τι είναι  αυτό που σε οδηγεί να μου προσφέρεις; Και τι κρύβεται πίσω από σένα; Αυτό το οποίο προσφέρεσαι απλόχερα να μου δώσεις, πού  το βρήκες; Μήπως το έκλεψες; Εάν το έκλεψες από κάποιον, δεν ανησυχώ. Γνωρίζω ότι το έκλεψες. Δε με απασχολεί πού το βρήκε αυτός από τον οποίο το έκλεψες. Αυτός μπορεί να το βρήκε.  Το ερώτημα είναι εσύ πού το βρήκες. Μήπως το στέρησες από κάποιον άλλο, και αυτό που μου δίνεις λέγοντας το και γράφοντας το, μήπως αυτό είναι το δόλωμα; Το δόλωμα που,  καθώς θα  το τρώω ακούγοντας ή διαβάζοντας το, θα δηλητηριάσει την κοιλιά μου, τη σκέψη μου, την ύπαρξη μου;

       Κάθομαι και σε ακούω ή σε διαβάζω  και μέσα μου φανερά κρύβεται το γιατί να σε ακούσω, γιατί να σε διαβάσω. Άκουσα δασκάλους από όλο τον κόσμο, άκουσα  πολιτικούς, άκουσα γλωσσολόγους, άκουσα νομοθέτες. Άκουσα τους δικούς μου, όποιοι κι  αν ήταν..., άκουσα παπάδες, άκουσα μάγους. Άκουσα αστρολόγους,  άκουσα γκουρού,  άκουσα αγίους! Άκουσα για Θεούς. Άκουσα, άκουσα τόσους, μα τόσους αιώνες... Είδα τον παπά μου, που με δίδαξε ειρήνη, να ευλογεί τα όπλα. Είδα το  δάσκαλο μου να με φωνάζει: ηλίθιο, βλάκα. Δε μου το φώναξε με  λόγο. Με ένιωθε, με αισθανόταν έτσι. Μα εγώ το διάβασα, το είδα. Είδα τον πολιτικό μου  να. μου λέει πως έτσι είναι τα πράγματα. Πρέπει τούτο, πρέπει εκείνο... Εγώ εδώ φτωχός. Κι όσα κι αν έχω, νιώθω φτωχός. Αυτός εκεί να λέει τι πρέπει. Είδα το στρατιωτικό μου. Πολέμησα μαζί του και στην ειρήνη και  στον πόλεμο. Εγώ μπροστά στο βόλι. Πολύ το βόλι! Δεν τόλμησα να ρωτήσω γιατί τόσο πολύ το βόλι. Αυτός πίσω μου να με κυβερνά, να πολεμήσω λέει μαχητικά!

        Άκουσα τόσους με θαυμάσια οράματα  να χάνονται και αυτοί και τα οράματα τους. Πριν από αυτούς, χάθηκα εγώ. Βλέπεις τους πίστεψα όλους αυτούς και τα οράματα τους, και έτσι κλείστηκα στη μέση. Ακριβώς στη μέση.Είτε το κατάλαβα, είτε όχι...

        Γιατί να σε ακούσω; Γιατί να σε διαβάσω; Όλοι τους, όλοι τους μου υπόσχονται.  Και μέσα από αυτό που μου δίνουν ή δε μου έδωσαν, καταφέρνουν  να με ξεγελούν,  με  γυμνώνουν  από  κάθε προστασία. Με  ποτίζουν αβεβαιότητα, νιώθω και αισθάνομαι απροστάτευτος... Με καλείς να σε ακούσω, πήρα το βιβλίο σου, να σε διαβάσω. Μας χωρίζει ένα ποτάμι. Εσύ βρίσκεσαι απέναντι στις κοιλάδες, στο φως.

  Με βλέπεις σα γυμνό. Αν και φοράω ρούχα, γνωρίζεις και διαβάζεις, βλέπεις ότι ζω στην αβεβαιότητα. Εσύ από απέναντι γνωρίζεις, βλέπεις πως όλη μου τη ζωή κοπιάζω, προσπαθώ να μαζέψω από γνώσεις μέχρι ύλη, για να μην αισθάνομαι την αβεβαιότητα μου. Μου φωνάζεις και το γράφεις: Ό,τι κι αν κάνω, όποιος κι αν είμαι, φροντίζω πίσω από όλες μου τις εκδηλώσεις να κρύβω και να θάβω τη βαθιά ανασφάλεια μου, για να μην τη δουν οι άνθρωποι γύρω μου. Αυτό που είπα είναι δικαιολογία. Μπορούν να δουν την ανασφάλεια και να μου πουν ότι είμαι ανασφαλής. Αυτό με φοβίζει, μήπως και αναγκαστώ ποτέ να το δω κατάματα και κλονιστώ.

       Από μικρός που ξεκίνησα, διδάχτηκα αυτά  που με δίδαξαν, μελέτησα αυτά που διδάχτηκα και έτσι δίδαξα  αυτά που εγώ νόμισα ότι έλεγαν. Και παρότι έκανα αυτό που οι άλλοι όρισαν, γιατί και  αυτοί ορίστηκαν σε όλη την παγκόσμια ιστορία, όλοι τους  μου έριξαν ευθύνες.  Όλοι τους, μικροί και μεγάλοι, από το παιδί μου έως και τον πολιτικό μου, από το στρατιωτικό μου έως και την κοπέλα μου, από το βιβλίο σου έως και το πανεπιστήμιο μου, από το ζητιάνο έως και το ζάπλουτο. Όποια θέση και να κατέχω στη ζωή, όλοι γύρω φωνάζουν πως φταίω εγώ. Αιώνες ακούω αυτό. Γιατί να σε ακούσω; Γιατί να σε διαβάσω; Ήρθα μέχρι εδώ. Στο τέλος ξέρω... Θα φτάσεις εκεί: Φταίω εγώ... Υπήρχε ένα τραγούδι που μικρός το σιγοτραγουδούσα: "Κι αν δεν έχω. δεν πειράζει", το τραγουδούσα για να παρηγοριέμαι. Έτσι, πoυ δεν ήθελα να καταλάβω πόσο με πείραζε, πόσο ζήλευα, πόσο μισούσα που κι εγώ δεν είχα.

 Και αυτό, και αυτό το γνωρίζεις.

        Μας  χωρίζει ο ποταμός. Αν και δε γνωρίζω αυτόν τον ποταμό, νιώθω και αισθάνομαι το  τεράστιο πλάτος του και την ορμητικότητα του. Αυτός μπορεί να πνίξει την ανθρωπότητα.

        Ξέρεις πώς περπατώ. Βαδίζω με ανήσυχες σκέψεις,  που με τρομάζουν. Βλέπεις ότι τρομοκρατώ τον εαυτό μου μόνος μου και δεν μπορώ να το σταματήσω.  Γνωρίζεις  και μου γράφεις, βλέπεις πως περπατώ και δε γνωρίζω πραγματικά εάν με αγαπά το κορίτσι μου, το αγόρι μου, η γυναίκα μου ή ο άντρας μου. Με βλέπεις σαν να είμαι το θύμα. Βλέπεις ότι θα ήθελα να φύγω, να φύγω μακριά σου. Φοβάμαι που με γνωρίζεις καλύτερα,  απ' ότι γνωρίζω εγώ εμένα. Ποιος είσαι; Γιατί είσαι; Τι είσαι;  Πού τα έμαθες όλα αυτά; Ποιος σου τα είπε;  Γιατί τα έκλεψες; Ο χώρος σου είναι λιτός ή γεμάτος χλιδή; Εσύ είσαι απλός στο λόγο σου. Εγώ δεν καταλαβαίνω το λόγο σου. Ποιος ο λόγος; 

 Τι -και γιατί- κρύβεται πίσω από σένα;

       Κοιμάμαι κουρασμένος, ξυπνώ πολύ πιο κουρασμένος. Φωνάζω στον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά! Προσπαθώ να τον πείσω. Είδα σήμερα κάποιον να γελάει. Αραγε, τι να βρήκε και γέλασε; Κάνω πως δε βλέπω το παγωμένο πρόσωπο της ανθρωπότητας γύρω μου. Είδα  και κάτι όνειρα όλο εφιάλτες. Τρέμω τα όνειρα μου. Στους ανθρώπους γύρω μου λέω ότι  δεν τα πιστεύω.  Από το μυαλό μου, όμως, δεν ξεκολλάνε.

        Η δουλειά μου, τα λεφτά μου, το αμάξι μου, το γραφείο μου, ο περιορισμένος χρόνος μου, η τυπική επίσκεψη, η γιορτή μου, το κοινωνικό πάρτι μου, που κουτσομπολεύετε και  κουτσομπολεύω,  μέσα από το τι πρέπει  να είναι το δώρο μου,  μέσα από το πόσο μου στοίχισε,  τα τελευταία χρήματα μου... Ξέρω στο τέλος αυτό θα πεις, όλα τα κάνω  γιατί πρέπει. Από απέναντι με βλέπεις και με διαβάζεις, χωρίς να χρειάζεται να με διαβάσεις.

       Ήρθα μέχρι  εδώ γεμάτος απορίες, αμφιβολίες, ανησυχίες.  Ήρθα  να σου δείξω ότι δεν ξέρεις εσύ τίποτε περισσότερο από εμένα. Ποιος είσαι; Πού πηγαίνεις;  Πού τα έμαθες; Και του καθενός το πρόβλημα είναι άλυτο. Η ζωή είναι σκληρή, σκληρή και δεν παίζει. Ξέρω την απάντηση σου: "Συ είπες", θα μου απαντάς. Ήρθα μέχρι εδώ με τον τρόπο μου, να σου δείξω πως δεν ξέρεις τίποτα. Μοιάζεις ποιητής, που ξέρει μόνο τα ποιήματα του. Πώς μπορείς εσύ να αλλάξεις τη δική μου ζωή; Εδώ δεν μπορώ εγώ να την αλλάξω για μένα.

        Πες μου τουλάχιστον ένα επιχείρημα σου. Ενώ είμαι μέσα στη ζωή, μου μοιάζει νεκρή. Η ελπίδα μου είναι βαθιά θαμμένη μέσα μου. Μπορώ να ελπίζω μόνο κατά μέρος -που μακάρι να γινόταν κάτι. Δεν ξέρω τι. Αλλά αν γινόταν κάτι, να γίνει κάτι και να αλλάξουν όλα, όλα, όλα... Να μην υπάρχει ποταμός ανάμεσα σε μένα και τη ζωή, να μην υπάρχει ποταμός ανάμεσα σε μένα και σένα, όποιος και αν είσαι εσύ.

        Είπα  όλα  αυτά που  σου  έγραψα, τα οποία είναι η αρχή του βιβλίου μου.  Είπα όλα αυτά, γιατί εσύ ίσως ποτέ δε θα τολμούσες να μου τα έλεγες φανερά. Δε θα μου τα έλεγες, όχι από φόβο για μένα -απλώς για να μην ξεσκεπάσεις στα μάτια σου εσένα.  Αγαπώ πιο πολύ εσένα, απ' ότι εσύ εσένα. Η υπόσχεση μου  δεν έχει νόημα. Η πράξη, η πράξη μου σε οδηγεί στη ζωή. Τα πάντα γύρω  σου θα σε σφυροκοπούν να την χάσεις. Μα πάντα θα είσαι χρεωμένος στη ζωή που έφερε εδώ εσένα και μένα.

       Όσοι άνθρωποι πέρασαν απέναντι από τον ποταμό  στον απέραντο κάμπο, στον απερίγραπτο της ωραιότητας και της ομορφιάς ήλιο, που λάμπει, εκεί που το αιώνιο κυριαρχεί... Αυτούς τους ανθρώπους τους ονομάσαμε φωτισμένους, αγίους, γκουρού κάθε χώρας και κάθε θρησκείας, τους κρεμάσαμε ΤΙΤΛΟΥΣ-ΤΑΜΠΕΛΕΣ. Θα κρατήσω το μυστήριο, θα σου δείξω τη σοφία. Γιατί όταν σου δώσω τη σοφία τότε εσύ θα δεις εμένα. Και να θέλω δε θα μπορώ να κρυφτώ. Και την λέμε σωστά σοφία, γιατί σε αυτήν τίποτα  δεν μπορεί να κρυφτεί. Η σοφία ξέρει μόνο ένα: ΒΛΕΠΕΙ.


(η εισαγωγή του βιβλίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: